26 Οκτωβρίου 2016

Ο ΣΥΡΙΖΑ δεν χωράει στο τρίγωνο...




Γράφει ο
 
Νίκος Τσαγκρής
Παρά τους αδέξιους κυβερνητικούς χειρισμούς και την αρνητική απόφαση του ΣτΕ η αλλαγή του ραδιοτηλεοπτικού τοπίου της χώρας είναι μονόδρομος… 

Καμιά ορμέμφυτη διάθεση να υπερασπιστώ τους πολιτικά και νομικά αδέξιους κυβερνητικούς χειρισμούς στον τομέα της ρύθμισης του ραδιοτηλεοπτικού τοπίου της χώρας, ωστόσο δύο βασικές μου ιδιότητες μού επιβάλλουν να το κάνω. Πρώτη, η ιδιότητα του Έλληνα πολίτη και, δεύτερη, αυτή του δημοσιογράφου: ως Έλληνας πολίτης δικαιούμαι να διεκδικώ ενημέρωση στο πλαίσιο μιας ευνομούμενης πολιτείας που υπηρετεί το δημόσιο συμφέρον και, σύμφωνα με ρητή απόφαση του ΣτΕ (2010), «η μη ρύθμισή του ραδιοτηλεοπτικού τοπίου της χώρας δεν συνάδει με τις αρχές μιας ευνομούμενης Πολιτείας και ζημιώνει το δημόσιο συμφέρον». 

Έξι χρόνια μετά, με τον νόμο Παππά, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ – ΑΝΕΛ επιχειρεί την αδειοδότηση των καναλιών πανελλαδικής εμβέλειας με στόχο τη ρύθμιση του ραδιοτηλεοπτικού τοπίου της χώρας ώστε «να συνάδει με τις αρχές μιας ευνομούμενης Πολιτείας, προάγοντας το δημόσιο συμφέρον»: να βάλουμε τέλος στην 27χρονη “αεροπειρατεία” των τηλεοπτικών συχνοτήτων από ένα κλειστό κλαμπ επιχειρηματιών, όπως ο υπουργός Επικρατείας, στην κοινοβουλευτική καθομιλουμένη, διαρκώς επαναλάμβανε. Και να ο διαγωνισμός, και το μιντιακό πραξικόπημα και τα «χτυπήματα», πάνω, κάτω και… πλαγίως απ’ τις ζώνες των υποψηφίων υπερθεματιστών. Και, βροχή τα γκολ (και τα αυτογκόλ) και τα… εκατομμύρια: 254,9 εκατομμύρια ευρώ στον δημόσιο κορβανά κι ένα βήμα προς την αποκατάσταση της νομιμότητας στο ραδιοτηλεοπτικό τοπίο της χώρας. Με τα διαπλεκόμενα σκυλιά να γαυγίζουν ένα γύρω, αλλά με το καραβάνι, κουτσά – στραβά, να προχωρά. Και με μόνο τρείς ψήφους του ΣτΕ να φράζουν το μονόδρομο προς την αλλαγή του ραδιοτηλεοπτικού τοπίου της χώρας… 

Τα «καρέ» που κάηκαν 

Με την ιδιότητα του δημοσιογράφου τώρα, οφείλω να διερευνήσω την αξιοπιστία των γαυγισμάτων των – αδειούχων ή μη – σκυλιών (συγνώμη, καναλαρχών ήθελα να πω), που συνεχίζονται και, εντελώς… τυχαία, συμπίπτουν με τα γαυγίσματα των ηγετών των κομμάτων της αντιπολίτευσης περί περί απόπειρας αντικατάστασης της δικής τους… πολυφωνικής διαπλοκής με την μονοφωνική με 4 τυριά (συγνώμη, με 4 κανάλια ήθελα να πω) «ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ» διαπλοκή. 

Διερεύνησα λοιπόν, και ναι, βρήκα ότι το κυβερνητικό φιλμάκι για τη ρύθμισης του τηλεοπτικού τοπίου της χώρας, («να βάλουμε τέλος στην 27χρονη “αεροπειρατεία” των τηλεοπτικών συχνοτήτων από ένα κλειστό κλαμπ επιχειρηματιών») περιείχε και συμφεροντολογικά καρέ (του τύπου «να κοιτάξουμε μήπως με την ευκαιρία φτιάξουμε και κάνα δικό μας κανάλι»), αλλά η επεξεργασία τους ήταν τόσο αδέξια που το φιλμ πήρε φως: τα καρέ της «ΣΥΡΙΖΑΝΕΛ διαπλοκής» κάηκαν, δεν εμφανίστηκαν ποτέ… 

Ας μιλήσουμε δημοσιογραφικά, όχι κομματικά. Ειλικρινά, έξω απ’ τα δόντια… Κάθε κυβέρνηση με εξουσιαστική συνείδηση, είτε «αριστερή» είτε «δεξιά», την επομένη της εκλογής της δεν θα επεδίωκε τη νομοθετική ρύθμιση του ραδιοτηλεοπτικού τοπίου της χώρας (την αδειοδότηση των καναλιών κλπ, κλπ., αλλά τον έλεγχό του, την συνήθη (απ’ το 1989 μέχρι σήμερα) αλλαγή φρουράς στην πολιτική γωνία του τριγώνου της διαπλοκής: ένα απ’ τα πρώτα μελήματα κάθε κυβέρνησης από συστάσεως του «ελεύθερου» ραδιοτηλεοπτικού τοπίου της χώρας είναι το deal με τους καναλάρχες, αυτό που δεν έκανε ποτέ η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. 

Θα μπορούσε να… 

Με την ιδιότητα του δημοσιογράφου – αυτόπτη μάρτυρα αλλαγών φρουράς στην μιντιακή γωνία του τριγώνου της διαπλοκής, είμαι σε θέση να σας διαβεβαιώσω ότι ο ΣΥΡΙΖΑ θα μπορούσε άνετα να εξασφαλίσει τον έλεγχο (την υποστήριξη) των καναλιών και των μίντια, εν γένει, αν έκανε ό,τι οι προηγούμενοι και κάτι παραπάνω. Αν, δηλαδή, σε συναντήσεις… καλής θέλησης με τους μιντιάρχες έμπαινε στην κενή θέση της πολιτικής γωνίας του τριγώνου της διαπλοκής (τη θέση της απερχόμενης κυβέρνησης Σαμαρά) με αντάλλαγμα τη διασφάλιση των κεκτημένων(!) προνομίων τους: θαλασσοδάνεια, χαριστικές αναθέσεις έργων και προμηθειών του δημοσίου, κλπ. κλπ. 

 Όσο για το «κάτι παραπάνω», αναφέρομαι στο άλλοθι μιας κάποιας – για τα μάτια του κόσμου – κυβερνητικής αριστεροσύνης που, άνετα, θα μπορούσε να κερδίσει ο ΣΥΡΙΖΑ στο πλαίσιο του… deal. Με μια συμφωνημένη ρύθμιση – μαϊμού, ας πούμε, όπως η χορήγηση άδειας με ετήσια ανανέωση μόνο στους υπαρκτούς πανελλαδικάριους καναλάρχες∙ με μοναδική υποχρέωση την καταβολή τού αξιοσέβαστο ποσού των τριών εκατομμυρίων ευρώ ετησίως, ας πούμε. Εύκολα… Και με τη βούλα του ραδιοτηλεοπτικού Συμβουλίου… Της «ανεξάρτητης αρχής»!.. 

 Όμως όχι, η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ δεν το έκανε και δεν το κάνει ούτε μετά την οπισθοδρομική (απόφαση του ΣτΕ. Αντίθετα επιμένει στη νομοθετική ρύθμιση του ραδιοτηλεοπτικού τοπίου της χώρας με νέες νομοθετικές πρωτοβουλίες: «να βάλουμε τέλος στην 27χρονη “αεροπειρατεία” των τηλεοπτικών συχνοτήτων από ένα κλειστό κλαμπ επιχειρηματιών». Με νέους, πιο επιδέξιους ελπίζω, πολιτικά και νομικά επαρκείς χειρισμούς. Λοιπόν τι λέτε, να μην τους υπερασπιστώ;

25 Οκτωβρίου 2016

Υπάρχει τεχνοκρατική και Open βαρεμάρα;


Ο μόνος λόγος για να δει κανείς τις ειδήσεις στην ΕΡΤ μετά το «μαύρο», ήταν (και είναι) ο ενημερωτικός χαρακτήρας του δελτίου και ο πολιτικός του πλουραλισμός, στοιχεία που έλειπαν (και λείπουν) απελπιστικά από τα δελτία των ιδιωτικών καναλιών στα χρόνια της μιντιακής χολέρας. Κατά τα λοιπά, και κατά γενική ομολογία, (και των συριζαίων τηλεθεατών) ήταν (και είναι) ένα από τα πλέον βαρετά δελτία ειδήσεων όλων των εποχών της δημόσιας τηλεόρασης. 

Λοιπόν, προς τί το μίσος και ο αλληλοσπαραγμός των βασικών συντελεστών (φωτογραφία) αυτής της δημόσιας τηλεοπτικής βαρεμάρας; Και προς τί οι κραυγές υποστήριξης προς τη μία ή την άλλη πλευρά των σπαρασσομένων πολιτικών υπαλλήλων της ΕΡΤ; 

Υπάρχει αλήθεια αριστερή και δεξιά βαρεμάρα, βαρεμάρα Open και βαρεμάρα Μαξίμου, βαρεμάρα Αυγής και βαρεμάρα αστικού Τύπου ή βαρεμάρα τεχνοκρατική και βαρεμάρα ιδεολογική; Ίσως ναι, αλλά στην προκειμένη περίπτωση, οι σπαρασσόμενοι συντελεστές της βαρεμάρας ΕΡΤ καθώς και οι… αλληλέγγυοι ακόλουθοί τους στον αλληλοσπαραγμό είναι παιδιά μιας αβάσταχτης κυβερνοκομματικής ελαφρότητας. Και αυτογελοιοποιούνται, γελοιοποιώντας και την αριστερή δημοσιογραφική κουλτούρα την οποία ασμένως επικαλούνται... 

Νίκος Τσαγκρής.

19 Οκτωβρίου 2016

«Ρε φίλε, τρώγεται ο μετασχηματισμός;»


Ένα τραγικά σκωπτικό ερώτημα και η απάντησή του: όχι, δεν τρώγεται με τίποτα, ειδικά όταν επιχειρείται μηχανιστικά… 

Γράφει ο Νίκος Τσαγκρής
Δεν είχα συνειδητοποιήσει την αβυσσαλέα θεωρητικότητα του πράγματος, μέχρι που άκουσα την ανατρεπτική ατάκα ενός πτωχευμένου μικρομεσαίου φίλου – θύματος της μνημονιακής λαίλαπας: «ρε φίλε, τι είναι αυτός ο κοινωνικός μετασχηματισμός που τσαμπουνάτε; Τρώγεται;». 

Αλήθεια, «τρώγεται» ο κοινωνικός μετασχηματισμός, έχει ενεργειακή αξία, δηλαδή παραγωγική και οικονομική αξία και υπεραξία, μπορεί να οδηγήσει άμεσα μια κοινωνία του σύγχρονου καπιταλιστικού κόσμου από την ανέχεια στην ευημερία, από την φτώχεια στον πλούτο; Και αν όχι, γιατί «φοριέται» τόσο πολύ από την σύγχρονη Αριστερά, γιατί ο όρος «κοινωνικός μετασχηματισμός» υπήρχε σε κάθε ομιλία κάθε συνέδρου του ΣΥΡΙΖΑ, γιατί «φορέθηκε» τόσο πολύ από τον Πρόεδρο, τον Γραμματέα και τα στελέχη του κόμματος; 

Γνωρίζουν, άραγε, όλοι όσοι χρησιμοποίησαν και χρησιμοποιούν τον συγκεκριμένο όρο ως σοσιαλιστική πανάκεια, την απόσταση της θεωρίας του απ’ την πράξη του; Τις δυνατότητες, δηλαδή, πρακτικής εφαρμογής ενός κοινωνικού μετασχηματισμού στις «συγκεκριμένες κοινωνικές συνθήκες», με τους «συγκεκριμένους συσχετισμούς δυνάμεων» και τη «συγκεκριμένη κοινωνική διαστρωμάτωση», σε έναν χρόνο που ούτε οι κοινωνικές συνθήκες, ούτε οι συσχετισμοί των δυνάμεων, ούτε η κοινωνική διαστρωμάτωση είναι συγκεκριμένες; Υπάρχει, τέλος, σχέδιο του κυβερνώντος κόμματος για έναν – κάποιο κοινωνικό μετασχηματισμό, προς μια – κάποια συστημική κατεύθυνση, και ποιο είναι αυτό; 

Στις συνεδριακές θέσεις του ΣΥΡΙΖΑ διακρίνονται θραύσματα ενός θολού οράματος για τον «κοινωνικό μετασχηματισμό προς έναν σοσιαλισμό με δημοκρατία, ελευθερία και κοινωνική αλληλεγγύη, μέσα από συνεχείς ρήξεις και επίγνωση του εκάστοτε υπάρχοντος συσχετισμού δυνάμεων στις σύγχρονες συνθήκες κυριαρχίας του παγκοσμιοποιημένου νεοφιλελεύθερου καπιταλισμού». Αλλά είναι αυτό το σχέδιο, η στρατηγική του μοναδικού κυβερνώντος κόμματος της ριζοσπαστικής Αριστεράς στην Ευρώπη για τον κοινωνικό μετασχηματισμό; 

Αυτοψία στην κοινωνία 

Το να υπόσχεσαι έναν σοσιαλισμό με δημοκρατία, ελευθερία και κοινωνική αλληλεγγύη είναι πανεύκολο. Όμως, ακόμα και στην σημερινή πολιτική πραγματικότητα αποτελεί ζητούμενο ένας θετικός ορισμός του σοσιαλισμού, καθώς εκκρεμεί διαρκώς η αποσαφήνιση των κύριων εννοιών του. Ενώ, τα ερωτήματα για την ποιότητα της δημοκρατίας και της ελευθερίας που προϋποτίθενται ώστε ο «σοσιαλισμός» να είναι ΣΟΣΙΑΛΙΣΜΟΣ, παραμένουν εκκρεμή. Αλλά αυτό είναι το λιγότερο: για να μετασχηματίσεις μια κοινωνία πρέπει να την γνωρίζεις ποσοτικά και ποιοτικά, να γνωρίζεις την ταξική – οικονομική – πολιτιστική διαστρωμάτωσή της και τα πολιτικά «θέλω» της. Τα γνωρίζει ο ΣΥΡΙΖΑ; 

Έγραφα στο προηγούμενο άρθρο μου ότι το συνέδριο θα έπρεπε να εστιάσει το βλέμμα στην μετασχηματισμένη από τα μνημόνια ελληνική κοινωνία: «και δεν εννοώ τον μειονοτικό κόσμο της κοινωνίας των καταφρονεμένων, που ο ΣΥΡΙΖΑ (κυβέρνηση και κόμμα) ονομάζει «χαμηλά εισοδήματα» και τον εξαντλεί σε μισθωτούς και συνταξιούχους των εξακοσίων -επτακοσίων ευρώ. Εννοώ τον πλειοψηφικό κόσμο της ρημαγμένης μεσαίας τάξης. Της οποίας το πλαφόν εισοδηματικού μεγέθους ορίζεται από τον (αυτοπροσδιοριζόμενο ως κομμουνιστή) υπουργό Κατρούγκαλο στο… ιλιγγιώδες ποσό των 1300 ευρώ*, όταν ο μέσος όρος των άμεσων και έμμεσων φόρων που τους χρεώνει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ξεπερνά τα 600 ευρώ. Με αποτέλεσμα το μεγαλύτερο μέρος της πάλαι – ποτέ «μεγάλης – μεσαίας τάξης» να εκπίπτει στην κατηγορία «χαμηλά εισοδήματα»: άνθρωποι που λυγίζουν υπό το κράτος της απογοήτευσής τους από την «πρώτη φορά Αριστερά», υπό το κράτος της άγονης προσμονής τους για μια κάποια βελτίωση της βίαια απαξιωμένης καθημερινής τους ζωής…»

Η φτωχοποίηση 

Εδώ επανέρχεται το τραγικά σκωπτικό ερώτημα του πτωχευμένου μικρομεσαίου φίλου μου: Αλήθεια, «τρώγεται» ο κοινωνικός μετασχηματισμός; Φυσικά, η απάντηση είναι ότι δεν τρώγεται με τίποτα, ειδικά όταν επιχειρείται μηχανιστικά, με βάση τις θεωρητικές προσεγγίσεις των μαρξιστικών και μεταμαρξιστικών δοκιμίων. Ωστόσο, ο κοινωνικός μετασχηματισμός ως αναζήτηση του «καλύτερου κόσμου» παραμένει το μεγάλο ζητούμενο της πολιτικής φιλοσοφίας. Και μπορεί ή να επιβάλλεται, με προϋπόθεση την αριθμητική, οικονομική, πολιτική, στρατιωτική ισχύ του επιβολέα ή του (επαναστατικού, κινηματικού, κυβερνητικού) φορέα του, ή να προκύπτει ως κάτι «νομοτελειακό» και «αναπότρεπτο», υπό το κράτος βίαιων πολιτικών, οικονομικών, πολιτισμικών κρίσεων.  

Στην προκειμένη περίπτωση (στο ελληνικό παρόν) συμβαίνει το δεύτερο: βιώνουμε έναν αρνητικό κοινωνικό μετασχηματισμό – με βασικό χαρακτηριστικό τη φτωχοποίηση των μεσαίων στρωμάτων, τον υποβιβασμό τους στην κατηγορία «ασθενέστερες οικονομικές τάξεις» – υπό το κράτος «βίαιων πολιτικών, οικονομικών και πολιτισμικών κρίσεων». Υπό το κράτος της οικονομικής κρίσης και των μνημονίων. Μπορούμε, μάλιστα, να υποστηρίξουμε την άποψη ότι η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ είναι απότοκο προϊόν του εν λόγω «ταξικού ανασχηματισμού». Με λαϊκή εντολή να τον «γλυκάνει», επιχειρώντας έναν κοινωνικό μετασχηματισμό που να… τρώγεται, αν καταλαβαίνετε τι εννοώ. 

Βασική προϋπόθεση μια προγραμματική ανακατεύθυνση επικεντρωμένη στην εισοδηματική ανάκαμψη των εκατομμυρίων νεόπτωχων της «μεσαίας τάξης». Που φυτοζωούν στην κατηγορία «ασθενέστερα λαϊκά στρώματα», χωρίς να το «βλέπει» ο ΣΥΡΙΖΑ.

17 Οκτωβρίου 2016

Εσύ είσαι δημοσιογράφος;


Αν είσαι δημοσιογράφος και αρχίσεις τα κολλητιλίκια με τους πολιτικούς και τους εκδότες, να συχνάζεις στα στέκια τους, να ζυμώνεσαι μαζί τους, το πιθανότερο είναι να προσεγγίζεις τα πολιτικά και κοινωνικά πράγματα με τον τρόπο που τα προσεγγίζουν εκείνοι, με την ελαφρότητα, δηλαδή, και την αλαζονεία, και τον συμφεροντολογικό κυνισμό, την ανηθικότητα εν τέλει, του επαγγελματία πολιτικού και του εκδότη – που δεν είναι εκδότης, εργολάβος ή προμηθευτής του Δημοσίου είναι– τότε… 

Τότε, θα χάσεις την επαφή σου με την πεμπτουσία της Πολιτικής, (την αέναη ανθρώπινη δράση για την αριστοτελική «αγαθή κοινωνία» στην εξέλιξή της) και της δημοσιογραφίας, (την συνείδηση ότι η ενημέρωση είναι η ψυχή της δικαιοσύνης) και θα αρχίσεις να μοιάζεις με τους επαγγελματίες πολιτικούς: να ασκείσαι κι εσύ, όπως εκείνοι, στην κατεργασία παραπολιτικών στοιχείων που συνθέτουν μικροπολιτικά σενάρια τόνωσης και επιβίωσης του συστήματός που τους βολεύει. Σενάρια που καταλήγουν στα ηλεκτρονικά και έντυπα πρωτοσέλιδα καθώς και στα δελτία των οκτώ ως πολιτικές εξελίξεις. Να κάνεις, εν τέλει, ό,τι κάνουν οι πολιτικοί και οι εκδότες ενώ εξακολουθείς να δηλώνεις «δημοσιογράφος, μέλος της ΕΣΗΕΑ»...

Νίκος Τσαγκρής

12 Οκτωβρίου 2016

Για μιαν αριστερή διακυβέρνηση...


 «Τι να κάνουμε ώστε να «γοητεύσουμε» και πάλι τον κόσμο που μας εμπιστεύτηκε για δεύτερη φορά τη διακυβέρνηση της χώρας»  

Κάποιοι αισιοδοξούν ότι το 2ο Συνέδριο του ΣΥΡΙΖΑ θα λειτουργήσει «προωθητικά» (!) για το κόμμα και την κυβέρνηση, άλλοι ελπίζουν ότι η «αποσαφήνιση του πολιτικού – ιδεολογικού σχεδίου θα συμβάλλει στην… κοινωνικοποίησή του κόμματος – το περίφημο «άνοιγμα στην κοινωνία» – κι άλλοι ευελπιστούν να επιδράσει τρόπον τινά θεραπευτικά, ως «Συνέδριο αναστοχασμού και υπέρβασης υστερήσεων και λαθών». 

Υπάρχουν και αρκετοί (σίγουρα περισσότεροι απ’ τους συνέδρους και τα μέλη του κόμματος – σίγουρα λιγότεροι από τους ψηφοφόρους του στις εκλογές της 20 / 9 / 2015), που λένε πως ελάχιστα είναι αυτά που περιμένουν πια από την κυβέρνηση, πόσο μάλλον απ’ το κόμμα και το Συνέδριό του. Μιλώ για τους δεκάδες χιλιάδες ψηφοφόρους, ανένταχτους κομμουνιστές, σοσιαλιστές και κεντρώους, που έδωσαν και πάλι, στον ΣΥΡΙΖΑ, τη «νίκη μετά το συμβιβασμό», με την ελπίδα να βγάλει τη χώρα απ’ τα μνημόνια με την «κοινωνία όρθια». Γι’ αυτούς που σήμερα, ένα χρόνο μετά, αποδέκτες των κυβερνητικών στερήσεων και λαθών, έχουν μπει στον ντορβά της απογοήτευσης. Και αποσύρονται από το κοινωνικό προσκήνιο, οχυρωμένοι στο δημοσκοπικό τείχος της κοινωνικής ήττας που αποκαλείται «δεν ξέρω – δεν απαντώ»… 

Δεν είναι αριθμοί. Είναι άνθρωποι που λυγίζουν υπό το κράτος της απογοήτευσής τους από την «πρώτη φορά Αριστερά». Υπό την κόπωση της άγονης προσμονής τους για μια κάποια βελτίωση της βίαια απαξιωμένης καθημερινής τους ζωής… 

Η ρημαγμένη «μεσαία τάξη» 

Με το βλέμμα σ’ αυτόν τον ρημαγμένο κόσμο θα έπρεπε να γίνει το συνέδριο. Και δεν εννοώ τον μειονοτικό κόσμο της κοινωνίας των καταφρονεμένων, που ο ΣΥΡΙΖΑ (κυβέρνηση και κόμμα) ονομάζει «χαμηλά εισοδήματα» και τον εξαντλεί σε μισθωτούς και συνταξιούχους των εξακοσίων -επτακοσίων ευρώ. Εννοώ τον πλειοψηφικό κόσμο της ρημαγμένης μεσαίας τάξης. Της οποίας το πλαφόν εισοδηματικού μεγέθους ορίζεται από τον (αυτοπροσδιοριζόμενο ως κομμουνιστή) υπουργό Κατρούγκαλο στο… ιλιγγιώδες ποσό των 1300 ευρώ*, όταν ο μέσος όρος των άμεσων και έμμεσων φόρων που τους χρεώνει η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ξεπερνά τα 600 ευρώ. Με αποτέλεσμα το μεγαλύτερο μέρος της πάλαι – ποτέ «μεγάλης – μεσαίας τάξης» να εκπίπτει στην κατηγορία «χαμηλά εισοδήματα»: άνθρωποι που λυγίζουν υπό το κράτος της απογοήτευσής τους από την «πρώτη φορά Αριστερά», υπό το κράτος της άγονης προσμονής τους για μια κάποια βελτίωση της βίαια απαξιωμένης καθημερινής τους ζωής… 

«Τι να κάνουμε ώστε να γοητεύσουμε και πάλι τον κόσμο που μας εμπιστεύτηκε για δεύτερη φορά την διακυβέρνησή του, τη διακυβέρνηση της χώρας;» είναι το ερώτημα για τον ΣΥΡΙΖΑ (κόμμα και κυβέρνηση), και αυτό είναι ένα ερώτημα – μέλημα που υπερβαίνει το συνέδριο∙ υπό την έννοια ότι εκκρεμούσε πριν και εκκρεμεί και τώρα, μετά το συνέδριο… 

 Μια απάντηση 

Βλέπω πολλούς που ψιθυρίζουν ήδη ότι αυτό είναι ένα λαϊκίστικο ερώτημα – μέλημα, αλλά θα τους απαντήσω πως ζουν στον κόσμο του «ποτέ – ποτέ». Γιατί ποτέ δεν κατάλαβαν ότι ο τωρινός ΣΥΡΙΖΑ δεν είναι ο δικός τους (και δικός μου, αν θέλετε) ρομαντικός τόπος του 3 – 5%, αλλά μετεξέλιξή του, ένα κόμμα – γέννημα της οργής κατά του σάπιου πολιτικού συστήματος και της ανάγκης για απαλλαγή από τον φαύλο κύκλο της λιτότητας: ένα «αυτοδημιούργητο» δημοκρατικό – σοσιαλιστικό κίνημα με βασικό εκφραστή τον Αλέξη Τσίπρα και την παρέα του που, κυκλωμένο από παντού, το πάλεψε γενναία, συμβιβάστηκε (επίσης γενναία!) και, χάρις σ’ αυτή τη γενναιότητα ίσως, κέρδισε τρείς εκλογικές αναμετρήσεις μέσα σε δύο χρόνια - την τρίτη μετά το συμβιβασμό.** 

Λοιπόν, στον παρόντα χρόνο, στο «μετά το συνέδριο» οφείλουμε να απαντήσουμε σ’ αυτό το ερώτημα – μέλημα που υπερέβη το συνέδριο και εκκρεμεί ακόμα αναπάντητο: «τι να κάνουμε ώστε να γοητεύσουμε και πάλι τον κόσμο που μας εμπιστεύτηκε για δεύτερη φορά την διακυβέρνησή του, τη διακυβέρνηση της χώρας;» 

Προσωπικά εδώ και καιρό γράφω και ξαναγράφω ότι το βασικό κυβερνητικό - κομματικό μέλημά οφείλει να στραφεί από την παρένθεση (τη μνημονιακή παρένθεση της "πρώτη φορά Αριστεράς") στο "αφήγημα" (το καθ' εαυτού αφήγημα του ΣΥΡΙΖΑ). Το άμεσο πέρασμα στον περίφημο «δεύτερο κυβερνητικό χρονισμό»: τον μεσοπρόθεσμο κύκλο κατά τη διάρκεια του οποίου ο ΣΥΡΙΖΑ (κυβέρνηση και κόμμα) θα επιχειρήσει πια την αριστερή διακυβέρνηση. Με ένα πρόγραμμα εφικτών μεταρρυθμίσεων, επικεντρωμένο στην εισοδηματική ανάκαμψη των εκατομμυρίων νεόπτωχων της «μεσαίας τάξης»∙ με τους… ιλιγγιώδεις μισθούς και τις συντάξεις των 1300 ευρώ: αυτούς που έχουν μπει στον ντορβά της απογοήτευσης, αποσύρονται από το κοινωνικό προσκήνιο και χάνονται πίσω απ’ το δημοσκοπικό πέπλο της κοινωνικής ήττας που αποκαλείται «δεν ξέρω – δεν απαντώ».

*Το πλαφόν – κριτήριο για την περικοπή των επικουρικών συντάξεων 
** Υπήρξε διαπραγμάτευση και υπήρξε συμβιβασμός. Ούτε ήττα ούτε νίκη...

Νίκος Τσαγκρής

6 Οκτωβρίου 2016

Το μίσος για τον Τσίπρα τους ενώνει


Νεοκομμουνιστής ο ένας, κεντρώος ο άλλος-τους χωρίζει ιδεολογική άβυσσος δηλαδή- ωστόσο συμφωνούν ότι έχουμε μια κυβέρνηση που αντιγράφει τη χούντα.

Του Τάσου Παππά 
(Εφημερίδσ των Συντσκτών)

• «Σε μερικά σημεία, στην οικονομική της πολιτική για παράδειγμα, η κυβέρνηση ξεπέρασε τη χούντα» (Αλέκος Αλαβάνος, πρώην πρόεδρος του ΣΥΡΙΖΑ).

• «Η συγκρότηση της επιτροπής αναθεώρησης του Συντάγματος είναι παράνομη. Μόνο η χούντα έκανε επιτροπές δήθεν κοινωνικού διαλόγου. Δεν έχουν γίνει τέτοιου είδους θεσμικές αθλιότητες ποτέ στα χρόνια της μεταπολίτευσης» (Ευάγγελος Βενιζέλος πρώην πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ). 

Να τι μπορούν να πάθουν έξυπνοι άνθρωποι και ικανοί πολιτικοί όταν τους τυφλώνει το μίσος. Χάνουν το μέτρο. 

Μισούν τον Τσίπρα, ο καθένας για διαφορετικούς λόγους. 

Νεοκομμουνιστής ο ένας, κεντρώος ο άλλος-τους χωρίζει ιδεολογική άβυσσος δηλαδή- ωστόσο συμφωνούν ότι έχουμε μια κυβέρνηση που αντιγράφει τη χούντα. 

Τα τανκς μόνο λείπουν από το αφήγημα, αλλά κάντε λίγη υπομονή, θα εμφανιστούν κι αυτά κάποιο βροχερό πρωινό (για το μήνα δεν ξέρω, πάντως πρωί θα είναι και θα βρέχει για να γλιστράνε καλύτερα οι ερπύστριες στην άσφαλτο). 

Στη συνέχεια όλα θα πάρουν το δρόμο τους. 

Μαζικές συλλήψεις πολιτικών, συνδικαλιστών και γενικώς αντισυριζαίων. Στη ΓΑΔΑ θα πέφτει το ξύλο της αρκούδας. 

Η Γυάρος και η Μακρόνησος θα γνωρίσουν ξανά μέρες εθνικού μεγαλείου. 

Θα επιστρέψει στους δέκτες μας η ΥΕΝΕΔ-ένα κανάλι αντί για τέσσερα. 

Οι εφημερίδες θα κλείσουν, εκτός αν δεχθούν να συνεργαστούν με το στρατιωτικό καθεστώς (μερικές γνωρίζουν το κόλπο από την κατοχή και την εποχή της προηγούμενης χούντας). 

Ο Τσίπρας θα κυκλοφορεί με στολή συνταγματάρχη, θα εκφωνεί ακατάληπτους λόγους δολοφονώντας την ελληνική γλώσσα, θα χορεύει τσάμικους στα στρατόπεδα το Πάσχα, θα ακούμε Deutsche Welle και BBC σε χαμηλή ένταση για να μην εντοπιστούμε από τους χαφιέδες που θα υπάρχουν παντού, ενώ Αλαβάνος και Βενιζέλος θα βγουν στην ένοπλη παρανομία, αν και φαντάζομαι πώς θα έχουν συλληφθεί από τους πρώτους. 

Πάντως κουράγιο πατριώτες χούντα είναι, θα περάσε

5 Οκτωβρίου 2016

Ο ψεκασμός και το όργιο υποκρισίας


Ένα όργιο υποκριτικών αντιδράσεων που δηλοί (σκοπίμως ή μη) άγνοια της έννοιας «κράτος» και της ουσίας της ύπαρξης και λειτουργίας του 

 Γράφει ο
 Νίκος Τσαγκρής
Είδα τη γηραιά κυρία να ψεκάζεται με χημικά από τους άνδρες των ΜΑΤ, στις αστυνομικές επιχειρήσεις κατά των συνταξιούχων, στην Ηρώδου του Αττικού. Καλοστεκούμενη, κομψή, αξιοπρεπής, βρισκόταν στην πρώτη γραμμή του μπλοκ των συνταξιούχων, καθώς δέχτηκε έκπληκτη μια ριπή χημικών στο πρόσωπο. Σήκωσε με ολύμπια ψυχραιμία το φυλλάδιο που κρατούσε στο χέρι της για να προφυλαχτεί απ’ τα τοξικά σταγονίδια και, στο πρόσωπό της, σχηματίστηκε μια γκριμάτσα επιτίμησης των ασπιδοφόρων φρουρών του κράτους: είδα από τη μια τη βαρβαρότητα, τον πρωτογονισμό. Κι από την άλλη, τον πολιτισμό, την κουλτούρα. Από τη μια το κακό, από την άλλη το καλό... 

Υποτίθεται ότι η Αστυνομία είναι ένας μηχανισμός κατά του κακού, αλλά δεν είναι παρά ένας μηχανισμός στην υπηρεσία του κράτους: «υπάρχει περίσσεια κακού στον κόσμο, και μία από τις όψεις της είναι το Κράτος», λέει ο Ευγένιος Ιονέσκο σ' ένα σημείωμα για την κουλτούρα και την πολιτική: «...το Κράτος έχει γίνει παντού, και αλλού ακόμη περισσότερο, μια τεράστια μηχανή που συντρίβει τα άτομα. Το Κράτος είναι ο θάνατος... Δεν είναι δυνατή μια δίκαιη τάξη χωρίς την αλληλεγγύη και την αγάπη». 

Για να μειωθούν οι ιδεολογικές παρερμηνείες, διευκρινίζω ότι ο Ιονέσκο δεν αναφέρεται «στο φιλελεύθερο» ή «στο σοσιαλιστικό» ή «στο κομμουνιστικό» κράτος, αλλά στο οριστικό Κράτος: το κράτος ως επιβεβλημένο κοινωνικό «θεσμό», πέρα από την Αριστερά και τη Δεξιά, πέρα και πάνω από κοινωνικά συστήματα. 

Το κράτος είναι… 

Ο διαλεκτικός θόρυβος που ξεσηκώθηκε γύρω από το «αποτρόπαιο γεγονός» (που πράγματι ήταν αποτρόπαιο γεγονός) της επίθεσης των ΜΑΤ με χημικά κατά των συνταξιούχων ήταν ξετσίπωτα υποκριτικός από την πλευρά της αντιπολίτευσης, ενοχικά υποκριτικός από την πλευρά της κυβέρνησης και θυμικός, ανακλαστικός, ενστικτώδης, από τα αγριεμένα πλήθη των σχολιαστών της κοινωνίας των media. 

Εν πολλοίς δε, σε όλα τα επίπεδα, θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως ο ασύγγνωστος θόρυβος, καθώς δηλοί (σκοπίμως ή όχι) άγνοια της έννοιας «κράτος» και της ουσίας της: το Κράτος είναι μια τεθωρακισμένη (από το στρατό και τα σώματα ασφαλείας) πολιτική οντότητα που κατέχει «το μονοπώλιο της χρήσης νόμιμης εξουσίας». Δουλειά του είναι να προστατεύει τα προνόμια και την εξουσία της εκάστοτε άρχουσας τάξης και να επιβάλλει την «κοινωνική ειρήνη» ώστε να διευκολύνει την αναπαραγωγή του εκάστοτε κατεστημένου ταξικού κοινωνικού συστήματος. 

Επιμένοντας μαρξιστικά, το κράτος είναι «προϊόν της κοινωνίας, σε ορισμένη βαθμίδα εξέλιξης: είναι η "...ομολογία ότι η κοινωνία αυτή μπερδεύτηκε σε μια αξεδιάλυτη αντίφαση με τον ίδιο τον εαυτό της, ότι διασπάστηκε σε ασυμφιλίωτες αντιθέσεις που είναι ανήμπορη να παραμερίσει. Και για να μη φθείρουν αυτές οι αντιθέσεις, οι τάξεις και τα αντιμαχόμενα οικονομικά συμφέροντα τον εαυτό τους και την κοινωνία σε έναν άκαρπο αγώνα, έγινε αναγκαία μια δύναμη που φαινομενικά στέκεται πάνω από την κοινωνία, για να μετριάζει τη σύγκρουση, για να την κρατάει μέσα στα όρια της «τάξης»… 

Ρωτήστε τη Φωτίου… 

Έ, λοιπόν, η δύναμη αυτή «που βγήκε από την κοινωνία, αλλά που τοποθετήθηκε πάνω απ’ αυτήν», που όλο και περισσότερο αποξενώνεται, και αποξενώνεται, απ’ αυτήν, και (δικαίως!) ταυτοποιείται απ’ αυτήν ως το κακό, είναι το κράτος. Και η αστυνομία, που υποτίθεται πως είναι ένας μηχανισμός κατά του κακού, δεν είναι παρά ένας μηχανισμός στην υπηρεσία του κακού, στην υπηρεσία του κράτους. Ένας μηχανισμός που, όπως έλεγε ο Ιονέσκο, «εφαρμόζεται στους ζωντανούς, αλλά με τέτοια δύναμη, ώστε καταλήγει στην ισοπέδωση, στην οπισθοδρόμηση, στον θάνατο»… 

Στον ψεκασμό των συνταξιούχων με χημικά, στην περίπτωση μας. Και το όργιο πολιτικής και μιντιακής υποκρισίας που, εκ δεξιών και εξ ευωνύμων, ακολούθησε το «αποτρόπαιο γεγονός». Που πράγματι ήταν αποτρόπαιο, όπως και κάθε προηγούμενο, τώρα και πάντα: οι ψεκασμοί, ή οι ξυλοδαρμοί, ή οι ένοπλες επιθέσεις των κρατικών δυνάμεων καταστολής (του «μηχανισμού κατά του κακού» που δεν είναι παρά ένας μηχανισμός στην υπηρεσία του κακού – στην υπηρεσία του κράτους) κατά συνταξιούχων ή μη διαδηλωτών κάθε εποχής, κάθε κοινωνικού συστήματος, με κάθε κυβέρνηση… 

Ας μην κοροϊδευόμαστε. Οι μπάτσοι έκαναν τη δουλειά τους, ως όφειλαν, ως συνεπής μηχανισμός στην υπηρεσία του κράτους – προκειμένου («επιβάλλοντας την κοινωνική ειρήνη») να προστατεύσουν τα προνόμια και την εξουσία της άρχουσας τάξης. Το μόνο που μπορεί να προσθέσει ή να αφαιρέσει σ΄αυτό μια αριστερή κυβέρνηση του παρόντος πολιτικού συστήματος, έχει να κάνει με ποιοτικά και ποσοτικά χαρακτηριστικά της καταστολής. Αλλά ακόμα κι αυτό, για να το κάνει, πρέπει να ελέγχει το κράτος. Το ελέγχει ο ΣΥΡΙΖΑ; Ρωτήστε την καλλίστη συντρόφισσα Φωτίου…